Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perseverance
01
επιμονή, εγκαρτέρηση
the act or process of continuing steadily in a course of action despite difficulty or delay in achieving success
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her perseverance in studying every day led to excellent results.
Η επιμονή της στη μελέτη κάθε μέρα οδήγησε σε εξαιρετικά αποτελέσματα.
02
επιμονή
the quality of persistently trying in spite of difficulties
Παραδείγματα
His perseverance through years of grueling training finally paid off when he won the marathon.
Η επιμονή του μέσα από χρόνια εξαντλητικής προπόνησης τελικά απέδωσε όταν κέρδισε το μαραθώνιο.
Λεξικό Δέντρο
perseverance
persevere



























