to persecute
per
ˈpɜ:
pē
se
sɪ
si
cute
ˌkju:t
kyoot

Ορισμός και σημασία του "persecute"στα αγγλικά

to persecute
01

διώκω, κακομεταχειρίζομαι

to treat someone unfairly or cruelly, often because of their race, gender, religion, or beliefs 
Transitive: to persecute sb
to persecute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
persecute
γ΄ ενικό πρόσωπο
persecutes
ενεστώτα μετοχή
persecuting
απλός αόριστος
persecuted
παθητική μετοχή
persecuted
Παραδείγματα
The government persecuted religious minorities, restricting their rights and freedoms. 

Η κυβέρνηση δίωκε τις θρησκευτικές μειονότητες, περιορίζοντας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

persecution
persecutor
persecute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store