Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to persecute
01
διώκω, κακομεταχειρίζομαι
to treat someone unfairly or cruelly, often because of their race, gender, religion, or beliefs
Transitive: to persecute sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
persecute
γ΄ ενικό πρόσωπο
persecutes
ενεστώτα μετοχή
persecuting
απλός αόριστος
persecuted
παθητική μετοχή
persecuted
Παραδείγματα
The group was persecuted for their unconventional lifestyle and beliefs.
Η ομάδα διώχθηκε για τον ασυνήθιστο τρόπο ζωής και τις πεποιθήσεις της.
Λεξικό Δέντρο
persecution
persecutor
persecute



























