Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to persecute
01
διώκω, κακομεταχειρίζομαι
to treat someone unfairly or cruelly, often because of their race, gender, religion, or beliefs
Transitive: to persecute sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
persecute
γ΄ ενικό πρόσωπο
persecutes
ενεστώτα μετοχή
persecuting
απλός αόριστος
persecuted
παθητική μετοχή
persecuted
Παραδείγματα
The government persecuted religious minorities, restricting their rights and freedoms.
Η κυβέρνηση δίωκε τις θρησκευτικές μειονότητες, περιορίζοντας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους.
Λεξικό Δέντρο
persecution
persecutor
persecute



























