Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permissible
01
επιτρεπτός, αποδεκτός
allowed or acceptable according to established rules or standards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most permissible
συγκριτικός βαθμός
more permissible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Cell phone use is not permissible during the exam.
Η χρήση του κινητού τηλεφώνου δεν είναι επιτρεπτή κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
Λεξικό Δέντρο
impermissible
permissibility
permissibly
permissible
permiss



























