Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perjure
01
ψευδομαρτυρώ, λέω ψέματα υπό όρκο
to lie in a court of law after officially swearing to tell the truth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perjure
γ΄ ενικό πρόσωπο
perjures
ενεστώτα μετοχή
perjuring
απλός αόριστος
perjured
παθητική μετοχή
perjured
Παραδείγματα
The judge warned the jury about the consequences of asking witnesses to perjure during the trial.
Ο δικαστής προειδοποίησε τους ένορκους για τις συνέπειες του να ζητήσουν από τους μάρτυρες να ψευδομαρτυρήσουν κατά τη διάρκεια της δίκης.



























