perjurer
per
ˈpɜ:
jurer
ʤəər
jēēr

Ορισμός και σημασία του "perjurer"στα αγγλικά

01

επίορκος, ψευδής μάρτυρας

a person who lies in court after promising to tell the truth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perjurers
Παραδείγματα
The perjurer lied in court. 

Ο ψευδομάρτυρας είπε ψέματα στο δικαστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store