periodicity
Pronunciation
/pˌiəɹɪˌɑːdˈɪsɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "periodicity"στα αγγλικά

01

περιοδικότητα

the quality of happening again and again with a certain pattern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store