periodicity
pe
ˌpɪə
pie
rio
riə
riē
di
ˈdɪ
di
ci
si
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "periodicity"στα αγγλικά

01

περιοδικότητα

the quality of happening again and again with a certain pattern 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store