Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Periodicity
01
περιοδικότητα
the quality of happening again and again with a certain pattern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
periodicity
period



























