peridotite
pe
ri
ˈrɪ
ri
do
tite
ˌtaɪt
tait

Ορισμός και σημασία του "peridotite"στα αγγλικά

01

περιδοτίτης, μια σκούρα πυριγενές πέτρωμα με χοντρό κόκκο που αποτελείται κυρίως από ολιβίνη

a dark coarse-grained igneous rock consisting principally of olivine 
peridotite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
peridotites

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store