peptide
pep
ˈpɛp
pep
tide
taɪd
taid
peptize

Ορισμός και σημασία του "peptide"στα αγγλικά

01

πεπτίδιο, μικρή αλυσίδα αμινοξέων

a short chain of amino acids linked together, which can function as a building block for proteins or act as a signaling molecule in the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
peptides
Παραδείγματα
Scientists synthesized a peptide to study its potential as a new therapeutic drug. 

Οι επιστήμονες συνέθεσαν ένα πεπτίδιο για να μελετήσουν τη δυνατότητά του ως νέου θεραπευτικού φαρμάκου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peptide

pep

+

tide

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store