Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to penalize
01
τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
to impose a punishment on someone for a wrongdoing or violation
Transitive: to penalize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
penalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
penalizes
ενεστώτα μετοχή
penalizing
απλός αόριστος
penalized
παθητική μετοχή
penalized
Παραδείγματα
The school may penalize students for plagiarism by giving them a lower grade.
Το σχολείο μπορεί να τιμωρήσει τους μαθητές για λογοκλοπή δίνοντάς τους χαμηλότερο βαθμό.
Λεξικό Δέντρο
penalize
penal



























