to penalize
pe
ˈpi:
pi
na
lize
laɪz
laiz
penalise

Ορισμός και σημασία του "penalize"στα αγγλικά

to penalize
01

τιμωρώ, επιβάλλω ποινή

to impose a punishment on someone for a wrongdoing or violation 
Transitive: to penalize sb
to penalize definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
penalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
penalizes
ενεστώτα μετοχή
penalizing
απλός αόριστος
penalized
παθητική μετοχή
penalized
Παραδείγματα
The school may penalize students for plagiarism by giving them a lower grade. 

Το σχολείο μπορεί να τιμωρήσει τους μαθητές για λογοκλοπή δίνοντάς τους χαμηλότερο βαθμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

penalize
penal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store