pelvic
pel
ˈpɛl
πελ
vic
vɪk
βικ
/pˈɛlvɪk/

Ορισμός και σημασία του "pelvic"στα αγγλικά

01

πυελικός, σχετικός με την πύελο

(anatomy) connected with the curved set of bones at the bottom of the body, called pelvis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store