Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Axolotl
01
αξολότλ, νεοτενικό υδρόβιο σαλαμάνδρα ιθαγενές του Μεξικού
a neotenic aquatic salamander native to Mexico, known for its unique appearance and critical status as an endangered species
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
axolotls



























