pelican
pe
ˈpɛ
πε
li
λα
can
kən
καν
/pˈɛlɪkən/

Ορισμός και σημασία του "pelican"στα αγγλικά

01

πελεκάνος, μεγάλο υδρόβιο πτηνό με μακρύ ράμφος και λαρυγγική θήκη

a large water bird with a long beak and a throat pouch that has grayish white plumage
pelican definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pelicans
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store