axle
ax
ˈæk
āk
le
səl
sēl
axile

Ορισμός και σημασία του "axle"στα αγγλικά

01

άξονας, στροφαλοφόρος άξονας

a central shaft for a rotating wheel or gear, crucial for vehicle movement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
axles
Παραδείγματα
The front axle needed replacement due to wear. 

Ο μπροστινός άξονας χρειαζόταν αντικατάσταση λόγω φθοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store