Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Axilla
01
μασχάλη, κοιλότητα της μασχάλης
the hollow under the arm where it is joined to the shoulder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
axillae
LanGeek



























