Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pedicure
01
πεδικιούρ
a treatment for one's toenails and feet to improve their appearance and condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pedicures
Παραδείγματα
The pedicure left her feet feeling soft and refreshed.
Το πεδικιούρ άφησε τα πόδια της μαλακά και ανανεωμένα.
to pedicure
01
κάνω πεντικιούρ, φροντίζω τα πόδια και τα νύχια
to groom and pamper the feet and toenails, including activities such as exfoliating, trimming, and applying polish to the toenails
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pedicure
γ΄ ενικό πρόσωπο
pedicures
ενεστώτα μετοχή
pedicuring
απλός αόριστος
pedicured
παθητική μετοχή
pedicured
Λεξικό Δέντρο
pedicurist
pedicure



























