pedicure
pe
ˈpɛ
pe
dic
dɪk
dik
ure
jʊə
yue

Ορισμός και σημασία του "pedicure"στα αγγλικά

01

πεδικιούρ

a treatment for one's toenails and feet to improve their appearance and condition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pedicures
Παραδείγματα
She went to the salon for a pedicure before her beach vacation. 

Πήγε στο σαλόνι για πεδικιούρ πριν από τις διακοπές της στην παραλία.

to pedicure
01

κάνω πεντικιούρ, φροντίζω τα πόδια και τα νύχια

to groom and pamper the feet and toenails, including activities such as exfoliating, trimming, and applying polish to the toenails 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pedicure
γ΄ ενικό πρόσωπο
pedicures
ενεστώτα μετοχή
pedicuring
απλός αόριστος
pedicured
παθητική μετοχή
pedicured
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store