Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pedestrian
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pedestrians
Παραδείγματα
The pedestrian crossed the street at the designated crosswalk.
Ο πεζός διέσχισε τον δρόμο στον ορισμένο διάβαση πεζών.
pedestrian
01
κοινότοπος, συνηθισμένος
lacking elements that arouse interest, cause excitement, or show imagination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pedestrian
συγκριτικός βαθμός
more pedestrian
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her presentation was well-organized but rather pedestrian in its content.
Η παρουσίασή της ήταν καλά οργανωμένη αλλά μάλλον βατή στο περιεχόμενό της.
Λεξικό Δέντρο
pedestrianize
pedestrian



























