Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peddle
01
πωλώ πλανόδια, γυρίζω να πουλώ
to sell goods, typically by traveling from place to place or going door-to-door
Transitive: to peddle goods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
peddles
ενεστώτα μετοχή
peddling
απλός αόριστος
peddled
παθητική μετοχή
peddled
Παραδείγματα
In the old days, merchants used to peddle their wares in marketplaces.
Στα παλιά χρόνια, οι έμποροι συνήθιζαν να πουλάνε τα εμπορεύματά τους στις αγορές.
Λεξικό Δέντρο
peddler
peddling
peddle



























