to peddle
pe
ˈpɛ
pe
ddle
dəl
dēl
puddlepiddlepaddle

Ορισμός και σημασία του "peddle"στα αγγλικά

to peddle
01

πωλώ πλανόδια, γυρίζω να πουλώ

to sell goods, typically by traveling from place to place or going door-to-door 
Transitive: to peddle goods
to peddle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
peddles
ενεστώτα μετοχή
peddling
απλός αόριστος
peddled
παθητική μετοχή
peddled
Παραδείγματα
In the old days, merchants used to peddle their wares in marketplaces. 

Στα παλιά χρόνια, οι έμποροι συνήθιζαν να πουλάνε τα εμπορεύματά τους στις αγορές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store