Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
τσεκούρι, αξίνα
a tool with a long wooden handle attached to a heavy steel or iron blade, primarily used for chopping wood and cutting down trees
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
axes
Παραδείγματα
He used an ax to chop firewood for the winter.
Χρησιμοποίησε ένα τσεκούρι για να κόψει καυσόξυλα για το χειμώνα.
02
κιθάρα, σαξόφωνο
a musician's instrument, especially a guitar in rock music or a saxophone in jazz
αργκό
Παραδείγματα
He walked on stage with his favorite ax.
Ανέβηκε στη σκηνή με την αγαπημένη του κιθάρα.
to ax
01
κόβω με τσεκούρι, σχίζω με τσεκούρι
to chop or cut with an axe or similar tool
Παραδείγματα
He axed the fallen tree into smaller pieces.
Έκοψε το πεσμένο δέντρο σε μικρότερα κομμάτια με τσεκούρι.
02
απολύω, παύω
to terminate or dismiss abruptly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ax
γ΄ ενικό πρόσωπο
axes
ενεστώτα μετοχή
axing
απλός αόριστος
axed
παθητική μετοχή
axed
Παραδείγματα
The company axed several employees last week.
Η εταιρεία απέλυσε αρκετούς υπαλλήλους την περασμένη εβδομάδα.



























