peanut oil
Pronunciation
/pˈiːnʌt ˈɔɪl/

Ορισμός και σημασία του "peanut oil"στα αγγλικά

01

φυστικέλαιο, λάδι φυστικιών

a type of vegetable oil derived from peanuts, commonly used for cooking and frying
peanut oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I always keep a bottle of peanut oil in my kitchen pantry for cooking and baking.
Πάντα κρατάω ένα μπουκάλι φυστικιέλαιο στο ντουλάπι της κουζίνας μου για μαγείρεμα και ψήσιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store