peanut butter
peanut
pi:nʌt
pinat
butter
bʌtə
batē

Ορισμός και σημασία του "peanut butter"στα αγγλικά

01

φυστικοβούτυρο, πάστα φυστικιών

the soft food or paste that is made from ground peanuts 
peanut butter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Peanut butter was the secret ingredient for his famous cookies. 

Το φυστικοβούτυρο ήταν το μυστικό συστατικό για τα διάσημα μπισκότα του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store