peachick
pea
ˈpi:
πι
chick
ʧɪk
τσικ
paycheck

Ορισμός και σημασία του "peachick"στα αγγλικά

01

νεοσσός παγωνιού, νέο παγόνι

a juvenile bird of the peafowl species 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
peachicks
Παραδείγματα
The peachick followed the peahen through the grass. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peachick

pea

+

chick

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store