Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peachick
01
νεοσσός παγωνιού, νέο παγόνι
a juvenile bird of the peafowl species
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peachicks
Λεξικό Δέντρο
peachick
pea
chick



























