peace officer
peace
ˈpi:s
pis
o
ɒ
o
ffi
fi
cer

Ορισμός και σημασία του "peace officer"στα αγγλικά

01

αξιωματικός ειρήνης, υπάλληλος ειρήνης

a person who has legal authority to enforce the law and maintain public order 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peace officers
Παραδείγματα
The peace officer arrived at the scene. 

Ο αξιωματικός ειρήνης έφτασε στη σκηνή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store