payday
pay
ˈpeɪ
πει
day
ˌdeɪ
ντει
/pˈe‍ɪde‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "payday"στα αγγλικά

01

ημέρα πληρωμής, ημέρα μισθού

the day on which you receive pay for your work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paydays
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store