Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pay up
[phrase form: pay]
01
πληρώνω, εξοφλώ
to give someone the money one owes
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay up
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays up
ενεστώτα μετοχή
paying up
απλός αόριστος
paid up
παθητική μετοχή
paid up
Παραδείγματα
When the final reminder came in the mail, she realized she had to pay up immediately.
Όταν ήρθε η τελική υπενθύμιση στο ταχυδρομείο, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να πληρώσει αμέσως.



























