Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pay out
01
πληρώνω, διανέμω
to distribute money or funds, usually as a payment for something or as compensation for a loss or damage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays out
ενεστώτα μετοχή
paying out
απλός αόριστος
paid out
παθητική μετοχή
paid out
Παραδείγματα
The company had to pay out a significant amount in compensation to the workers after the accident.
Η εταιρεία έπρεπε να καταβάλει ένα σημαντικό ποσό ως αποζημίωση στους εργαζόμενους μετά το ατύχημα.



























