to pay out
pay
peɪ
pei
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "pay out"στα αγγλικά

to pay out
01

πληρώνω, διανέμω

to distribute money or funds, usually as a payment for something or as compensation for a loss or damage 
to pay out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays out
ενεστώτα μετοχή
paying out
απλός αόριστος
paid out
παθητική μετοχή
paid out
Παραδείγματα
The insurance company will pay out the claim after reviewing the damages. 

Η ασφαλιστική εταιρεία θα καταβάλει την αξίωση μετά την εξέταση των ζημιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store