Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paved
01
στρωμένος, παλατισμένος
covered with a firm surface, such as stones, bricks, or concrete, making it suitable for travel or use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most paved
συγκριτικός βαθμός
more paved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The courtyard was beautifully paved with patterned bricks.
Η αυλή ήταν όμορφα στρωμένη με σχηματοποιημένα τούβλα.
Λεξικό Δέντρο
unpaved
paved
pave



























