Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patriarchal
01
πατριαρχικός, πατριαρχική
relating to a social system where men hold primary power and authority over women and families
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patriarchal society limited opportunities for women to participate in decision-making.
Η πατριαρχική κοινωνία περιόριζε τις ευκαιρίες των γυναικών να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων.
02
πατριαρχικός, σχετικός με τον πατριάρχη
relating to or characteristic of a man who is older or higher in rank
Λεξικό Δέντρο
patriarchal
patriarch



























