Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pathway
01
μονοπάτι, δρόμος
a trodden path
02
διαδρομή, δέσμη
a bundle of myelinated nerve fibers following a path through the brain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pathways
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pathway
path
way



























