Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pastureland
01
βοσκότοπος, λιβάδι
a field covered with grass or herbage and suitable for grazing by livestock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pasturelands
LanGeek



























