Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pasture
01
βοσκότοπος, λιβάδι
a field where animals eat grass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pastures
Παραδείγματα
The cows are grazing in the green pasture.
Οι αγελάδες βόσκουν στο πράσινο λιβάδι.
02
βοσκότοπος, χορτονομή
bulky food like grass or hay for browsing or grazing horses or cattle
to pasture
01
βοσκώ, βόσκω
feed as in a meadow or pasture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pasture
γ΄ ενικό πρόσωπο
pastures
ενεστώτα μετοχή
pasturing
απλός αόριστος
pastured
παθητική μετοχή
pastured
Παραδείγματα
The farmer decided to pasture the cows on the hillside for the summer.
Ο αγρότης αποφάσισε να βοσκήσει τις αγελάδες στην πλαγιά του λόφου για το καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pasturage
pasture



























