pasture
pas
ˈpæs
παισ
ture
ʧɜr
τσερρ
/pˈɑːst‍ʃɐ/

Ορισμός και σημασία του "pasture"στα αγγλικά

01

βοσκότοπος, λιβάδι

a field where animals eat grass
pasture definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pastures
Παραδείγματα
Children ran through the pasture while the animals fed.
Τα παιδιά έτρεξαν μέσα από το βοσκότοπο ενώ τα ζώα τρέφονταν.
02

βοσκότοπος, χορτονομή

bulky food like grass or hay for browsing or grazing horses or cattle
to pasture
01

βοσκώ, βόσκω

feed as in a meadow or pasture
to pasture definition and meaning
02

βοσκώ, αφήνω τα ζώα να βόσκουν

to allow animals to graze in a pasture or meadow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pasture
γ΄ ενικό πρόσωπο
pastures
ενεστώτα μετοχή
pasturing
απλός αόριστος
pastured
παθητική μετοχή
pastured
Παραδείγματα
Due to the abundant grass, they pastured their cattle on different fields each week.
Λόγω του άφθονου χόρτου, βόσκηναν τα ζώα τους σε διαφορετικά χωράφια κάθε εβδομάδα.

Λεξικό Δέντρο

pasturage
pasture
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store