Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pasture
01
βοσκότοπος, λιβάδι
a field where animals eat grass
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pastures
Παραδείγματα
Children ran through the pasture while the animals fed.
Τα παιδιά έτρεξαν μέσα από το βοσκότοπο ενώ τα ζώα τρέφονταν.
02
βοσκότοπος, χορτονομή
bulky food like grass or hay for browsing or grazing horses or cattle
to pasture
01
βοσκώ, βόσκω
feed as in a meadow or pasture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pasture
γ΄ ενικό πρόσωπο
pastures
ενεστώτα μετοχή
pasturing
απλός αόριστος
pastured
παθητική μετοχή
pastured
Παραδείγματα
Due to the abundant grass, they pastured their cattle on different fields each week.
Λόγω του άφθονου χόρτου, βόσκηναν τα ζώα τους σε διαφορετικά χωράφια κάθε εβδομάδα.
Λεξικό Δέντρο
pasturage
pasture



























