pastor
pas
ˈpæs
παισ
tor
tər
ταρ
/ˈpɑːstə/
Pr
Ptr

Ορισμός και σημασία του "pastor"στα αγγλικά

01

προεστώς, ιερέας

a priest or minister who is in charge of a church
pastor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pastors
Παραδείγματα
The pastor spent years studying theology and serving in various capacities before leading his own church.
Ο ιερέας πέρασε χρόνια μελετώντας θεολογία και υπηρετώντας σε διάφορες ικανότητες πριν ηγηθεί της δικής του εκκλησίας.
02

Πάστορας, Πάστορας

a genus of rose-colored starlings recognized as distinct in certain ornithological classifications
Παραδείγματα
Older field guides still list the rose-colored starling under Pastor.
Οι παλαιότεροι οδηγοί πεδίου παρατίθενται ακόμη το ροζ ψαρόνι κάτω από Pastor.

Λεξικό Δέντρο

pastoral
pastorship
pastor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store