Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass through
01
περνώ, βιώνω
to experience a particular state or phase
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass through
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes through
ενεστώτα μετοχή
passing through
απλός αόριστος
passed through
παθητική μετοχή
passed through
Παραδείγματα
He's passing through a tough time since the loss of his job.
Περνάει μια δύσκολη περίοδο από την απώλεια της δουλειάς του.
02
διέρχομαι, περνώ
to go or move from one place to another, often without stopping or staying for long
Παραδείγματα
On our road trip, we passed through several small towns.
Στο ταξίδι μας, περάσαμε μέσα από πολλά μικρά χωριά.
03
διαπερνώ, περνώ μέσα
to successfully move beyond an enemy's defensive line or barrier
Παραδείγματα
Despite heavy resistance, the troops managed to pass through the fortified defenses.
Παρά την ισχυρή αντίσταση, τα στρατεύματα κατάφεραν να περάσουν τις οχυρωμένες άμυνες.



























