Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass away
01
απεβίωσε, πέθανε
to no longer be alive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass away
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes away
ενεστώτα μετοχή
passing away
απλός αόριστος
passed away
παθητική μετοχή
passed away
Παραδείγματα
The community mourned when they heard that the beloved teacher had passed away.
Η κοινότητα θρήνησε όταν άκουσε ότι ο αγαπημένος δάσκαλος είχε φύγει από τη ζωή.
02
εξαφανίζομαι, σβήνω
to fade, disappear, or cease to exist
Intransitive
Παραδείγματα
Many old dialects have passed away with the advent of modern communication tools.
Πολλές παλιές διάλεκτοι έχουν εξαφανιστεί με την έλευση των σύγχρονων εργαλείων επικοινωνίας.



























