pas
pas
pɑ:s
paas
palas

Ορισμός και σημασία του "pas"στα αγγλικά

01

βήμα

(ballet) a step or movement, typically forming part of a choreographed sequence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pas
Παραδείγματα
The ballet instructor demonstrated the correct technique for executing each pas in the routine. 

Ο δάσκαλος μπαλέτου επέδειξε τη σωστή τεχνική για την εκτέλεση κάθε πα στη ρουτίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store