Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to parley
01
διαπραγματεύομαι, συζητώ
to discuss the terms of an agreement with an opposing side, usually an enemy
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parley
γ΄ ενικό πρόσωπο
parleys
ενεστώτα μετοχή
parleying
απλός αόριστος
parleyed
παθητική μετοχή
parleyed
Παραδείγματα
The opposing military generals agreed to parley in hopes of reaching a ceasefire agreement.
Οι αντίπαλοι στρατιωτικοί στρατηγοί συμφώνησαν να διαπραγματευτούν με την ελπίδα να επιτευχθεί συμφωνία εκεχειρίας.
Parley
01
διαπραγμάτευση, συνομιλία
a discussion, especially between enemies or opposing parties, to reach an agreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parleys
Παραδείγματα
The generals met for a brief parley before the battle.
Οι στρατηγοί συναντήθηκαν για μια σύντομη συνομιλία πριν από τη μάχη.



























