parkway
park
ˈpɑ:k
paak
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "parkway"στα αγγλικά

01

πάρκγουεϊ, πανοραμικός δρόμος

a scenic road designed for leisurely driving, often with landscaped surroundings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
parkways
Παραδείγματα
They enjoyed a Sunday drive along the parkway. 

Απόλαυσαν μια Κυριακή βόλτα κατά μήκος της πανοραμικής οδού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

parkway

park

+

way

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store