Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parking
01
πάρκινγκ
an area designated for vehicles to be temporarily stationed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parkings
Παραδείγματα
Parking was difficult to find in the busy downtown area.
Ήταν δύσκολο να βρεις πάρκινγκ στην πολυσύχναστη κεντρική περιοχή.
02
πάρκινγκ
the act of positioning a vehicle into a designated area where it can remain temporarily
Παραδείγματα
He honed his parking skills by practicing in empty lots.
Εξέλιξε τις δεξιότητες παρκάρισμα του εξασκούμενος σε άδεια πάρκινγκ.
Λεξικό Δέντρο
parking
park



























