parish
pa
ˈpæ
rish
rɪʃ
rish
pariahparrishpalishperish

Ορισμός και σημασία του "parish"στα αγγλικά

01

ενορία, παροικία

an area with a church of its own that is under the care of a priest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parishes
Παραδείγματα
The parish is known for its strong sense of community and active involvement in local charities. 

Η ενορία είναι γνωστή για το ισχυρό αίσθημα κοινότητας και την ενεργή συμμετοχή σε τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.

02

ενορία, εφημέριος

the local administrative subdivision of a diocese assigned to a single pastor 
Παραδείγματα
The bishop visited every parish in his diocese. 

Ο επίσκοπος επισκέφθηκε κάθε ενορία της επισκοπής του.

03

ενορία, ενορία

(Louisiana) the equivalent of a county in other U.S. states 
αργκό
Παραδείγματα
New Orleans is located in Orleans Parish. 

Η Νέα Ορλεάνη βρίσκεται στην ενορία της Ορλεάνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store