parish
pa
ˈpæ
παι
rish
rɪʃ
ρισ
/ˈpærɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "parish"στα αγγλικά

01

ενορία, παροικία

an area with a church of its own that is under the care of a priest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parishes
Παραδείγματα
The parish celebrated its centennial anniversary with a special Mass and community picnic.
Η ενορία γιόρτασε την εκατονταετηρίδα της με μια ειδική λειτουργία και πικ νικ της κοινότητας.
02

ενορία, εφημέριος

the local administrative subdivision of a diocese assigned to a single pastor
Παραδείγματα
The parish council manages local church affairs.
Το εκκλησιαστικό συμβούλιο διαχειρίζεται τις υποθέσεις της τοπικής εκκλησίας.
03

ενορία, ενορία

(Louisiana) the equivalent of a county in other U.S. states
Slang
Παραδείγματα
Parish leaders met to discuss the community plan.
Οι ηγέτες της ενορίας συναντήθηκαν για να συζητήσουν το σχέδιο της κοινότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store