Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parietal bone
01
βρεγματικό οστό, παριατικό οστό
a cranial bone that forms the sides and roof of the skull, offering protection for the brain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parietal bones



























