Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parentage
01
καταγωγή, γενεαλογία
the descendants of one individual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
καταγωγή, γενεαλογία
the kinship relation of an offspring to the parents
03
γονικότητα, κατάσταση του να είσαι γονέας
the state of being a parent
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
parentage
parent



























