parentage
Pronunciation
/ˈpɛɹəntədʒ/

Ορισμός και σημασία του "parentage"στα αγγλικά

01

καταγωγή, γενεαλογία

the descendants of one individual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

καταγωγή, γενεαλογία

the kinship relation of an offspring to the parents
03

γονικότητα, κατάσταση του να είσαι γονέας

the state of being a parent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store