pansexual
Pronunciation
/pænsˈɛkʃuːəl/

Ορισμός και σημασία του "pansexual"στα αγγλικά

01

πανσεξουαλικός, πανσεξουαλικό άτομο

a person who participates in (or is open to) sexual activities of many kinds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pansexuals
01

πανσεξουαλικός, πανσεξουαλική

related to a person who is sexually and emotionally attracted to people regardless of their gender or sex
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite facing stigma and misunderstanding, the pansexual individual embraces their identity with pride and confidence, finding fulfillment in their ability to love people of all genders.
Παρά το στίγμα και τις παρεξηγήσεις, το πανσεξουαλ άτομο αγκαλιάζει την ταυτότητά του με περηφάνια και αυτοπεποίθηση, βρίσκοντας ικανοποίηση στην ικανότητά του να αγαπά άτομα όλων των φύλων.

Λεξικό Δέντρο

pansexual

pan

+

sexual

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store