Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Panorama
01
πανόραμα, θέα
the outlook of a specific area
02
πανόραμα, πανοραμική θέα
a picture that shows a wide view of a scene
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
panoramas
LanGeek



























