Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pane
01
τζάμι
a single sheet or section of glass within a window or door frame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
panes
02
πάνελ, τζάμι
a panel or section of panels in a wall or door
03
οξύ, χαρτόνι
street name for lysergic acid diethylamide



























