accoucheuse
Pronunciation
/ɐkaʊtʃˈuːz/

Ορισμός και σημασία του "accoucheuse"στα αγγλικά

01

μαία

a woman skilled in aiding the delivery of babies
accoucheuse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accoucheuses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store