panacea
Pronunciation
/ˌpænəˈsiə/

Ορισμός και σημασία του "panacea"στα αγγλικά

01

πανάκεια, καθολική θεραπεία

something that is believed to cure any disease or illness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
panaceas
Παραδείγματα
The idea of a single panacea for every ailment is appealing but unrealistic in modern medicine.
Η ιδέα μιας μόνο πανάκειας για κάθε ασθένεια είναι ελκυστική αλλά μη ρεαλιστική στη σύγχρονη ιατρική.
02

πανάκεια, καθολικό φάρμακο

something imagined to solve all problems
Παραδείγματα
No single law can serve as a panacea for complex issues.
Κανένας μόνος νόμος δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πανάκεια για πολύπλοκα ζητήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store