avidity
a
ə
ē
vi
ˈvɪ
vi
di
di
ty
ti
ti
acidityaridity

Ορισμός και σημασία του "avidity"στα αγγλικά

01

απληστία, ενθουσιασμός

the property of being enthusiastic and eager to a great extent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
avidities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store