Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Avidity
01
απληστία, ενθουσιασμός
the property of being enthusiastic and eager to a great extent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
avidities



























