avidity
Pronunciation
/ævˈɪdɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "avidity"στα αγγλικά

01

απληστία, ενθουσιασμός

the property of being enthusiastic and eager to a great extent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
avidities
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store