Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aviate
01
πιλοτάρω, πετώ
to fly an aircraft
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
aviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
aviates
ενεστώτα μετοχή
aviating
απλός αόριστος
aviated
παθητική μετοχή
aviated
Παραδείγματα
Emergency situations require pilots to prioritize their ability to aviate, navigate, and communicate effectively.
Οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης απαιτούν από τους πιλότους να δίνουν προτεραιότητα στην ικανότητά τους να πετούν, να πλοηγούνται και να επικοινωνούν αποτελεσματικά.



























