to aviate
a
ˈeɪ
ει
viate
ˌvieɪt
βιειτ

Ορισμός και σημασία του "aviate"στα αγγλικά

to aviate
01

πιλοτάρω, πετώ

to fly an aircraft 
Intransitive
to aviate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
aviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
aviates
ενεστώτα μετοχή
aviating
απλός αόριστος
aviated
παθητική μετοχή
aviated
Παραδείγματα
After completing his pilot training, Mark was eager to aviate solo for the first time. 

Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του ως πιλότος, ο Mark ήταν ανυπόμονος να πετάξει μόνος για πρώτη φορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aviation
aviator
aviate
avi
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store