aviate
a
ˈeɪ
ει
viate
ˌvɪeɪt
βιειτ
/ˈe‍ɪvɪˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "aviate"στα αγγλικά

to aviate
01

πιλοτάρω, πετώ

to fly an aircraft
Intransitive
to aviate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
aviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
aviates
ενεστώτα μετοχή
aviating
απλός αόριστος
aviated
παθητική μετοχή
aviated
Παραδείγματα
Emergency situations require pilots to prioritize their ability to aviate, navigate, and communicate effectively.
Οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης απαιτούν από τους πιλότους να δίνουν προτεραιότητα στην ικανότητά τους να πετούν, να πλοηγούνται και να επικοινωνούν αποτελεσματικά.

Λεξικό Δέντρο

aviation
aviator
aviate
avi
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store