palisade
pa
ˌpæ
li
li
sade
ˈseɪd
seid
palinode

Ορισμός και σημασία του "palisade"στα αγγλικά

01

παλισάδα, αμυντικό φράχτη

a defensive fence or barrier made of closely spaced wooden stakes or iron rails 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palisades
to palisade
01

περιφράσσω με πασσαλόφρακτο, οχυρώνω με πασσαλόφρακτο

surround with a wall in order to fortify 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palisade
γ΄ ενικό πρόσωπο
palisades
ενεστώτα μετοχή
palisading
απλός αόριστος
palisaded
παθητική μετοχή
palisaded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store