Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Palisade
01
παλισάδα, αμυντικό φράχτη
a defensive fence or barrier made of closely spaced wooden stakes or iron rails
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
palisades
to palisade
01
περιφράσσω με πασσαλόφρακτο, οχυρώνω με πασσαλόφρακτο
surround with a wall in order to fortify
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
palisade
γ΄ ενικό πρόσωπο
palisades
ενεστώτα μετοχή
palisading
απλός αόριστος
palisaded
παθητική μετοχή
palisaded



























