aves
aves
eɪvz
ειβζ
avens

Ορισμός και σημασία του "aves"στα αγγλικά

01

πουλιά

(ornithology) the class of birds 
aves definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aves

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store